Έρευνα ΓΣΕΒΕΕ: Σε απώλεια τεχνογνωσίας οδηγεί το οριστικό κλείσιμο παλαιών επιχειρήσεων χωρίς πρόνοια για τη διαδοχή ή μεταβίβασή τους στη νέα γενιά επιχειρηματιών

0
863

Το οριστικό κλείσιμο παλαιών επιχειρήσεων χωρίς την πρόνοια για τη διαδοχή ή μεταβίβασή τους στη νέα γενιά επιχειρηματιών, έχει επίπτωση την απώλεια σημαντικής τεχνογνωσίας.

Αυτό υπογραμμίζεται στη έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ με θέμα: «Κίνητρα επιχειρηματικότητας και ΜμΕ» και προστίθεται ότι καθώς οι διαδοχικές κρίσεις αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής και πολιτικής ατζέντας, τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε εθνικό επίπεδο, η αντιμετώπισή τους απαιτεί την ενδυνάμωση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας. Προς την κατεύθυνσή αυτή, θεωρείται κρίσιμο να παραμείνει σταθερός προσανατολισμός της πολιτείας η αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, ώστε μέσα σε ένα συμπεριληπτικό πλαίσιο να προωθηθεί η επιχειρηματικότητα ευκαιρίας και να αναπτυχθεί το κατάλληλο πλαίσιο για τη διαδοχή και τη μεταβίβαση των επιχειρήσεων. Μάλιστα υπογραμμίζεται ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί στην στήριξη παραδοσιακών κλάδων όπως η χειροτεχνία και η καλλιτεχνική βιοτεχνία. Οι κλάδοι αυτοί, λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, εμφανίζουν έντονο ενδιαφέρον σε θέματα διαδοχής και μεταβίβασης επιχειρήσεων.

«Το οριστικό κλείσιμο παλαιών επιχειρήσεων χωρίς την πρόνοια για την διαδοχή ή μεταβίβασή τους στη νέα γενιά επιχειρηματιών, συμβάλει στην απώλεια σημαντικής τεχνογνωσίας. Κάτι που παρατηρείται σε κλάδους των οποίων η παραγωγική διαδικασία βασίζεται σε ειδικότητες τεχνιτών που σχετίζονται με την ιστορική παράδοση, αλλά και τις ιδιαίτερες συνθήκες συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών. Το φαινόμενο αυτό συναντάται πολύ συχνά στους κλάδους της χειροτεχνίας, της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας, όπου σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις είναι οικογενειακές, ενώ 9 στις 10 απασχολούν 1-5 εργαζόμενους και 76% παρουσιάζει κύκλο εργασιών κάτω των 30.000 ευρώ (ΥπΑνΕπ, 2022β)» όπως σημειώνεται.

Η ενδοοικογενειακή και η εκτός οικογένειας μεταβίβαση

Η διαδικασία διαδοχής συχνά αποτελεί κρίσιμο ζήτημα στον κύκλο της ζωής μιας επιχείρησης και αφορά την περίπτωση που ο ιδιοκτήτης της πρόκειται να αποσυρθεί από την ενεργό δράση και να μεταβιβάσει την επιχείρηση σε άλλο άτομο/επιχειρηματία. Η διαδοχή της επιχείρησης αφορά τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας της σε νέους ιδιοκτήτες και συνήθως νέα διοίκηση, κάτι που συμβαίνει συχνά όταν ο αρχικός ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης πλησιάζει στην συνταξιοδότηση (Centre of Strategy and Evaluation Services, 2013). Η μεταβίβαση μπορεί να λάβει τη μορφή, είτε μετοχών, είτε περιουσιακών στοιχείων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ορίζει «ως μεταβίβαση επιχείρησης τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας μιας επιχείρησης σε άλλο πρόσωπο ή επιχείρηση που εξασφαλίζει ότι η μεταβιβαζόμενη θα συνεχίσει να υφίσταται και να έχει εμπορική δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να συμβεί στο εσωτερικό της οικογένειας που ελέγχει την επιχείρηση, μέσω της αγοράς της επιχείρησης από τα διευθυντικά στελέχη (πώληση σε διαχειριστές ή και εργαζόμενους της επιχείρησης που δεν είναι μέλη της οικογένειας) και μέσω πωλήσεων σε τρίτα πρόσωπα ή σε υφιστάμενες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαγορών και συγχωνεύσεων» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012).

Η διαδοχή και η μεταβίβαση απασχολεί ιδιαίτερα τις οικογενειακές επιχειρήσεις ως διαδικασία προσαρμογής ρόλων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και την επόμενη γενιά που πρόκειται να αναλάβει την επιχείρηση είτε ως ενδοοικογενειακή μεταβίβαση είτε ως μεταβίβαση εκτός οικογένειας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ποσοστό 30% των οικογενειακών επιχειρήσεων επιβιώνει στο πλαίσιο της μετάβασης σε δεύτερη γενιά, ενώ ποσοστό μόλις 10% αυτών μπορεί να μεταβιβασθεί στην τρίτη γενιά. Στην περίπτωση της Ελλάδας λειτουργεί πληθώρα πολύ μικρών και μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων στις οποίες η διοίκηση και λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων αναλαμβάνονται από τον ιδιοκτήτη και τα μέλη της οικογένειας που απασχολούνται στην επιχείρηση. Αυτό, ιστορικά, οφείλεται στην επικράτηση της μικρο-ιδιοκτησίας στο πλαίσιο των συνθηκών που διαμορφώθηκαν στη χώρα έναν αιώνα νωρίτερα και ειδικότερα, μετά το 1922. Επιπρόσθετα, την ανάπτυξη των μικρών σε μέγεθος οικογενειακών επιχειρήσεων ευνόησε και η επιλογή του αναπτυξιακού μοντέλου από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, το οποίο βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην επιχειρηματικότητα μικρής κλίμακας όπως αυτή διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της ραγδαίας ανάπτυξης των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας. Αξίζει να σημειωθεί επίσης, ότι στο πλαίσιο του GEM η διαδοχή μίας οικογενειακής επιχείρησης αποτελεί ένα από τα κυριότερα κίνητρα για την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης. Σε επίπεδο φύλου οι άνδρες παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά διαδοχής οικογενειακής επιχείρησης σε σχέση με τις γυναίκες (ΙΟΒΕ, 2022).

Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρεται στην έρευνα, η διαδοχή των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα εκείνων που δεν είναι προβληματικές αλλά έχουν προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης, αποτελεί μία κρίσιμη επιλογή σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής για τη διατήρηση της εγχώριας επιχειρηματικής δραστηριότητας μικρής κλίμακας.

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις, λόγω της σημαντικής τεχνογνωσίας που διαθέτουν στο αντικείμενο δραστηριότητάς τους, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά προς την κατεύθυνση της αναπτυξιακής διαδικασίας, συνεισφέροντας παράλληλα στη διάδοση του επιχειρηματικού ταλέντου μεταξύ διαφορετικών γενεών.

Αξίζει να σημειωθεί επίσης, ότι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης το ζήτημα της διαδοχής των επιχειρήσεων έχει αναδειχθεί από το 1994 με τη σχετική Σύστασή της 94/1069/EK. «Παρόλα αυτά, στην Ελλάδα το εν λόγω ζήτημα αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο ενός κανονιστικού πλαισίου το οποίο δίνει κυρίως έμφαση στη φορολογική αντιμετώπισή του και με όρους που δεν ευνοούν την επιχειρηματικότητα και την περαιτέρω συμβολή της στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή»

Νεοφυεις vs οικογενειακές επιχειρήσεις

Επιπρόσθετα, όπως αναφέρεται στην έρευνα, στις υφιστάμενες συνθήκες που χαρακτηρίζονται από ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις οι οποίες επηρεάζουν τους όρους επίτευξης οικονομικής ανάπτυξης, η διαδοχή των επιχειρήσεων σχετίζεται με τη διαρκώς αυξανόμενη τάση των τελευταίων ετών που κινείται προς την κατεύθυνση στήριξης της ίδρυσης νεοφυών επιχειρήσεων (start-ups). Κι αυτό συμβαίνει, καθώς οι πολύ μικρές επιχειρήσεις μεταβιβάζονται δύσκολα λόγω του υψηλού κόστους και της γραφειοκρατίας. Το γεγονός αυτό συμβάλει θετικά στην αύξηση νεοφυών επιχειρήσεων ακόμα και για τις ίδιες ή παρεμφερείς επιχειρηματικές δραστηριότητες και στον ίδιο πολλές φορές κλάδο (European Commission, 2020). Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη διευθέτηση φορολογικών, εργασιακών και ασφαλιστικών ζητημάτων, λειτουργούν τις περισσότερες φορές αποτρεπτικά ως προς την υιοθέτηση πρακτικών διαδοχής και μεταβίβασης επιχειρήσεων.

Στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι το οριστικό κλείσιμο παλαιών επιχειρήσεων χωρίς την πρόνοια για τη διαδοχή ή μεταβίβασή τους στη νέα γενιά επιχειρηματιών, συμβάλει στην απώλεια σημαντικής τεχνογνωσίας. Κάτι που παρατηρείται σε κλάδους των οποίων η παραγωγική διαδικασία βασίζεται σε ειδικότητες τεχνιτών που σχετίζονται με την ιστορική παράδοση, αλλά και τις ιδιαίτερες συνθήκες συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών. Το φαινόμενο αυτό συναντάται πολύ συχνά στους κλάδους της χειροτεχνίας, της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας και στην κλωστοϋφαντουργία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, αντί να πραγματοποιούνται αποτελεσματικές μεταβιβάσεις, να προτιμάται το οριστικό κλείσιμο μιας παλιάς και η ίδρυση μιας νέας επιχείρησης. Πέραν αυτού, η παύση λειτουργίας επιχειρήσεων έχει αρνητικές συνέπειες, τόσο στα φορολογικά έσοδα του κράτους, όσο και στην κοινωνική συνοχή και την περιφερειακή σύγκλιση. Για τους παραπάνω λόγους, η διαδοχή και η μεταβίβαση παλιών επιχειρήσεων είναι κρίσιμο να αντιμετωπισθούν στο πλαίσιο κατάλληλων δημόσιων πολιτικών για την ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, η οποία συμβάλει θετικά στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική και περιφερειακή συνοχή.

Προς την κατεύθυνση αυτή, απαιτείται ο σχεδιασμός μίας συνεκτικότερης δημόσιας πολιτικής για τη διαδοχή και τη μεταβίβαση των επιχειρήσεων,

Η 11η Παγκόσμια Έρευνα Οικογενειακών Επιχειρήσεων της PwC

Στην 11η Παγκόσμια Έρευνα Οικογενειακών Επιχειρήσεων της PwC – που θα παρουσιάσει την προσεχή εβδομάδα – αποτυπώνονται οι νέες τάσεις που έχουν αναδειχθεί όσον αφορά στην οικοδόμηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των οικογενειακών επιχειρήσεων και των ενδιαφερόμενων μερών τους (stakeholders) και προκύπτειι ότι πολλές είναι οι επιχειρήσεις που δεν είναι εξοικειωμένες με αυτές.

Η έρευνα εστιάζει στο ότι ο τρόπος που καθορίζουν τις προτεραιότητές τους οι οικογενειακές επιχειρήσεις όπως π.χ. οι ενέργειες που σχετίζονται με το ESG, την πολυμορφία, την ισότητα και τη συμπερίληψη, και ο βαθμός στον οποίο παίρνουν θέση για κοινωνικά ζητήματα είναι παράγοντες τόσο σημαντικοί όσο και η ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών τους. Όπως σημειώνεται, οι οικογενειακές επιχειρήσεις δεν χρειάζεται μόνο να μετασχηματιστούν ώστε να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη τους με τα ενδιαφερόμενα μέρη, αλλά πρέπει επίσης να κάνουν την προσπάθειά τους αυτή ορατή και να τους την επικοινωνήσουν με σαφήνεια.

Επιπλέον υπογραμμίζεται ότι η διαδοχή στην οικογενειακή επιχείρηση αποτελεί προτεραιότητα για τον Έλληνα επιχειρηματία.